διανεύω

διανεύω,
A nod, beckon,

ταῖς κεφαλαῖς D.S.3.18

; τινί to a person, Alex.261.12, Ev.Luc.1.22, Luc.VH2.25.
II bend away from, avoid,

τὰς τῶν ὀργάνων ἐπιβολάς τι Plb.1.23.8

;

ὀργάς Plu.Fr.27

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διανεύω — nod pres subj act 1st sg διανεύω nod pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύω — (AM διανεύω) [νεύω] κάνω νεύματα με το κεφάλι ή τα χέρια, γνέφω νεοελλ. 1. κινώ 2. τακτοποιώ, διαχειρίζομαι 3. σχετίζομαι αρχ. μσν. ( ομαι) 1. περνώ τον καιρό μου 2. συμπεριφέρομαι αρχ. αποφεύγω …   Dictionary of Greek

  • διανεύω — διάνεψα, γνέφω, κάνω νεύμα: Μου διάνεψε να μιλήσω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διανευόντων — διανεύω nod pres part act masc/neut gen pl διανεύω nod pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύει — διανεύω nod pres ind mp 2nd sg διανεύω nod pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύομεν — διανεύω nod pres ind act 1st pl διανεύω nod imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύοντα — διανεύω nod pres part act neut nom/voc/acc pl διανεύω nod pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύοντι — διανεύω nod pres part act masc/neut dat sg διανεύω nod pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύουσι — διανεύω nod pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διανεύω nod pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύουσιν — διανεύω nod pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διανεύω nod pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διανεύσοντα — διανεύω nod fut part act neut nom/voc/acc pl διανεύω nod fut part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.